Καρκίνος του Μαστού

Καρκίνος του Μαστού

Ο καρκίνος στο στήθος είναι ο συχνότερος κακοήθης όγκος στις γυναίκες. Υπολογίζεται ότι μία στις οχτώ γυναίκες στην Ευρώπη θα εμφανίσει καρκίνο του μαστού κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής της.

Ιατρική επιμέλεια: Δρ. Αργύριος Ανδρίκος Χειρουργός Μαστού και Μαστολόγος · Θεσσαλονίκη

Καρκίνος του Μαστού

Παρότι η διάγνωση μπορεί να προκαλεί ανησυχία, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η πρώιμη διάγνωση αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης. Με τις σύγχρονες απεικονιστικές μεθόδους, τις στοχευμένες θεραπείες και τη βελτιωμένη χειρουργική αντιμετώπιση, τα ποσοστά ίασης σε πρώιμα στάδια φτάνουν το 80–90%. 

Δεν είναι κάθε εύρημα στον μαστό καρκίνος. Ωστόσο, κάθε νέο ή ύποπτο εύρημα χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό μαστολόγο. Ο συστηματικός προληπτικός έλεγχος μαστού έχει οδηγήσει σε μείωση της θνητότητας από τη νόσο, δείχνοντας πόσο καθοριστική είναι η σωστή παρακολούθηση και η ενημέρωση. 

Τι είναι ο καρκίνος του μαστού και πόσο συχνός είναι  

Ο καρκίνος του μαστού αναπτύσσεται όταν κύτταρα του μαστού αρχίζουν να αυξάνονται και να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Τα κακοήθη κύτταρα σχηματίζουν αρχικά μικρές ομάδες και στη συνέχεια έναν όγκο. 

Η πιο συχνή μορφή καρκίνου του μαστού ξεκινά από τους γαλακτοφόρους πόρους. Η δεύτερη συχνότερη μορφή ξεκινά από τα λοβία του μαστού. 

Ο καρκίνος του μαστού αντιπροσωπεύει το 25% των νέων διαγνώσεων καρκίνου στις γυναίκες και η συχνότητα εμφάνισής του παρουσιάζει αυξητική τάση. Αντίθετα, η θνησιμότητα παρουσιάζει συνεχή μείωση, καθώς όλο και περισσότερες γυναίκες διαγιγνώσκονται σε πρώιμα στάδια, όπου η πάθηση είναι πλήρως αντιμετωπίσιμη. 

Αν και συνδέεται κυρίως με τις γυναίκες, ο καρκίνος του μαστού δεν αφορά αποκλειστικά τον γυναικείο πληθυσμό. Στατιστικά, το 1% των νέων διαγνώσεων παγκοσμίως αφορά άνδρες. Λόγω έλλειψης ενημέρωσης και της λανθασμένης αντίληψης ότι η νόσος αφορά μόνο γυναίκες, η διάγνωση στους άνδρες γίνεται συχνά σε πιο προχωρημένα στάδια. 

Συμπτώματα καρκίνου του μαστού που δεν πρέπει να αγνοήσετε   

Ο καρκίνος του μαστού συχνά δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα στα αρχικά στάδια. Για αυτόν τον λόγο, ο τακτικός προληπτικός έλεγχος παραμένει ο πιο αποτελεσματικός τρόπος έγκαιρης διάγνωσης. 

Παρόλα αυτά, υπάρχουν συμπτώματα που πρέπει να οδηγήσουν μία γυναίκα σε ειδικό μαστολόγο. Τα κυριότερα είναι: 

  • Ψηλαφητό ογκίδιο ή πάχυνση  
  • Αλλαγές στο μέγεθος ή στο σχήμα του μαστού  
  • Αλλοιώσεις στο δέρμα  
  • Έκκριση από τη θηλή  

Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι ένα νέο ογκίδιο ή μια σκληρή μάζα που διαφέρει από τον γύρω ιστό. Τις περισσότερες φορές, ένα νέο ψηλαφητό ογκίδιο αφορά κάποιον καλοήθη όγκο μαστού, όπως για παράδειγμα ένα ινοαδένωμα ή μια κύστη. Παρόλα αυτά, για να τεθεί η σωστή διάγνωση, χρειάζεται εξέταση από εξειδικευμένο μαστολόγο. 

Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που μπορεί να δείχνουν κακοήθεια. Για παράδειγμα, ένα μόρφωμα που είναι πολύ σκληρό, δεν μετακινείται σε σχέση με τον γύρω ιστό, έχει ασαφή όρια ή προκαλεί εισολκή του δέρματος ή της θηλής χρειάζεται άμεση αξιολόγηση. 

Αντίθετα, όταν ένα μόρφωμα είναι κινητό, έχει σαφή όρια, είναι ελαστικό ή μαλακό και προκαλεί συμπτώματα ανάλογα με τη φάση του κύκλου, είναι πιθανότερο να πρόκειται για καλοήθες μόρφωμα. 

Ο πόνος στην περιοχή του μαστού ή της μασχάλης χρειάζεται διερεύνηση, αλλά συνήθως οφείλεται σε καλοήθεις παράγοντες και σπάνια σε καρκίνο. Σε κάθε περίπτωση ψηλαφητού μορφώματος που επιμένει, πρέπει να πραγματοποιούνται απεικονιστικές εξετάσεις, όπως υπέρηχος μαστού, καθώς μόνο με την κλινική εξέταση δεν μπορεί να τεθεί με σιγουριά η διάγνωση. 

Επικοινωνήστε με την Andrikos Clinic για το επόμενο ραντεβού σας

Συμπτώματα από τη θηλή και το δέρμα  

Ορισμένα συμπτώματα είναι πιο άτυπα, αλλά χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση. Ένα τέτοιο σύμπτωμα είναι η έκκριση από τη θηλή. 

Όταν η έκκριση αφορά και τους δύο μαστούς και το χρώμα του εκκρίματος είναι διαυγές ή λευκό, τότε πιθανότατα πρόκειται για καλοήθη αλλοίωση. Αντίθετα, η αιματηρή, μονόπλευρη έκκριση από τη θηλή, καθώς και νέες αλλοιώσεις στη θηλή ή στο δέρμα του μαστού, χρειάζονται άμεση αξιολόγηση από ειδικό. 

Η πιο συχνή αιτία αιματηρής έκκρισης είναι το ενδοπορικό θήλωμα, ένας καλοήθης όγκος που εμφανίζεται στους γαλακτοφόρους πόρους. 

Όταν τα συμπτώματα δεν μοιάζουν “τυπικά”  

Μια ιδιαίτερη μορφή καρκίνου του μαστού είναι ο φλεγμονώδης καρκίνος του μαστού. Πρόκειται για επιθετική μορφή καρκίνου, η οποία δεν εμφανίζεται με ένα ψηλαφητό οζίδιο, αλλά με τα κλασικά σημεία φλεγμονής. 

Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ερυθρότητα, πρήξιμο και θερμότητα στο στήθος, καθώς και όψη φλοιού πορτοκαλιού στο δέρμα, δηλαδή Peau d’orange. 

Αν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, χρειάζεται άμεση αξιολόγηση από ειδικό. Επειδή μοιάζουν πολύ με τα συμπτώματα της μαστίτιδας, πολλές φορές χορηγείται αρχικά αντιβιοτική θεραπεία. Εφόσον τα συμπτώματα δεν υποχωρήσουν μέσα σε 7–10 ημέρες, πρέπει να γίνει βιοψία του δέρματος για ιστολογική εξέταση. 

Παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του μαστού   

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Κάποιοι σχετίζονται με τον τρόπο ζωής και μπορούν να τροποποιηθούν, ενώ άλλοι συνδέονται με τη βιολογία, την ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό ή το γενετικό υλικό και δεν μπορούν να αλλάξουν. 

Η ύπαρξη ενός ή περισσότερων παραγόντων κινδύνου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια γυναίκα θα εμφανίσει καρκίνο του μαστού. Αντίστοιχα, πολλές γυναίκες που διαγιγνώσκονται με καρκίνο δεν έχουν κάποιον εμφανή παράγοντα κινδύνου. Για αυτόν τον λόγο, ο τακτικός έλεγχος παραμένει καθοριστικός για όλες τις γυναίκες. 

Παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής 

Οι βασικοί τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου είναι: 

  • Σωματικό βάρος  
  • Φυσική δραστηριότητα  
  • Αλκοόλ  
  • Κάπνισμα  
  • Ορμονική θεραπεία  
  • Τεκνοποίηση και θηλασμός  

Ο υγιεινός τρόπος ζωής μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου. Η αποφυγή καπνίσματος και τακτικής κατανάλωσης αλκοόλ, η συστηματική άσκηση, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, η τεκνοποίηση σε μικρή ηλικία, κάτω των 30 ετών, και ο θηλασμός είναι παράγοντες που μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. 

Παράγοντες που δεν μπορούν να τροποποιηθούν 

Υπάρχουν, επίσης, παράγοντες κινδύνου που δεν σχετίζονται με επιλογές τρόπου ζωής, αλλά με χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να αλλάξουν. 

Οι βασικοί μη τροποποιήσιμοι παράγοντες είναι: 

  • Φύλο  
  • Πυκνότητα μαστού  
  • Ηλικία  
  • Γενετική προδιάθεση  
  • Ατομικό ιστορικό  
  • Οικογενειακό ιστορικό  
  • Πρώιμη έναρξη περιόδου ή καθυστερημένη εμμηνόπαυση  

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η έμφαση δεν δίνεται στην αλλαγή του κινδύνου, αλλά στην έγκαιρη διάγνωση μέσα από ένα εξατομικευμένο πλάνο παρακολούθησης. Ανάλογα με τους παράγοντες κινδύνου, οι προληπτικές εξετάσεις μπορεί να γίνονται πιο εντατικά ή να προστεθεί στον διαγνωστικό αλγόριθμο η μαγνητική τομογραφία ή και η γενετική συμβουλευτική, όταν υπάρχει ένδειξη. 

Συμπερασματικά, το πιο ισχυρό εργαλείο απέναντι στη νόσο είναι ο τακτικός έλεγχος, καθώς μόνο έτσι εξασφαλίζεται η διάγνωση σε πρώιμα στάδια. 

Κληρονομικότητα και γονίδια BRCA1/BRCA2   

Στην πλειονότητά του, ο καρκίνος του μαστού δεν είναι κληρονομικός. Μόνο το 5–10% των περιπτώσεων οφείλεται σε γενετικές μεταλλάξεις. 

Οι πιο γνωστές μεταλλάξεις βρίσκονται στα γονίδια BRCA1 και BRCA2, τα οποία ευθύνονται για σημαντικό μέρος των κληρονομικών μορφών καρκίνου του μαστού και αυξάνουν σημαντικά τον σχετικό κίνδυνο εμφάνισης. 

Υποψία κληρονομικής επιβάρυνσης υπάρχει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως: 

  • Τριπλά αρνητικός καρκίνος  
  • Διάγνωση σε νεαρή ηλικία, κάτω των 45 ετών  
  • Τουλάχιστον δύο περιστατικά καρκίνου μαστού από την ίδια πλευρά της οικογένειας  
  • Εμφάνιση καρκίνου του μαστού σε άνδρα  

Σε οικογένειες όπου υπάρχει σημαντικό ιστορικό καρκίνου του μαστού, αλλά δεν εντοπίζεται μετάλλαξη στα γονίδια BRCA1 και BRCA2, μπορεί να σχεδιαστεί εξατομικευμένο πλάνο παρακολούθησης με τακτικούς ελέγχους, υπέρηχο, μαστογραφία και μαγνητική τομογραφία. 

Τύποι καρκίνου του μαστού: in situ ή διηθητικός;   

Όταν τίθεται η διάγνωση καρκίνου του μαστού, μία βασική διάκριση είναι αν πρόκειται για διηθητικό καρκίνο ή για μη διηθητικό καρκίνωμα in situ. 

Στο μη διηθητικό καρκίνωμα in situ, τα καρκινικά κύτταρα βρίσκονται αποκλειστικά μέσα στους γαλακτοφόρους πόρους, δηλαδή DCIS, ή στα λόβια, χωρίς να διηθούν τους γύρω ιστούς. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να επεκταθούν σε αγγεία, λεμφαγγεία και άλλα όργανα. 

Συνεπώς, πρόκειται για περιορισμένη νόσο που θεραπεύεται τοπικά, με χειρουργική αφαίρεση και πιθανόν ακτινοβολία. 

Στον διηθητικό καρκίνο, τα κύτταρα επεκτείνονται στο γειτονικό παρέγχυμα και μπορούν να εξαπλωθούν τόσο στους λεμφαδένες όσο και σε απομακρυσμένα όργανα. Για αυτόν τον λόγο, αφαιρείται κατά κανόνα ο φρουρός λεμφαδένας, ώστε να ελεγχθεί αν υπάρχει επέκταση της νόσου προς τη μασχάλη, κάτι που έχει συνέπειες για το θεραπευτικό πλάνο. 

Όταν υπάρχει ένδειξη, γίνεται επιπλέον σταδιοποίηση της νόσου με αξονική τομογραφία και σπινθηρογράφημα οστών, ώστε να αποκλειστούν πιθανές απομακρυσμένες μεταστάσεις. 

Στον διηθητικό καρκίνο, ανάλογα με τη βιολογική συμπεριφορά του όγκου, χορηγούνται και συστηματικές θεραπείες, όπως χημειοθεραπεία ή στοχευμένες θεραπείες. Στόχος είναι να αντιμετωπιστούν και τυχόν καρκινικά κύτταρα που μπορεί να βρίσκονται στον οργανισμό της ασθενούς. 

Οι συχνότεροι υπότυποι  

Ο καρκίνος του μαστού είναι μια ετερογενής νόσος. Οι ιστολογικοί και βιολογικοί υπότυποι είναι πολύ σημαντικοί, καθώς καθορίζουν τη θεραπεία και επηρεάζουν την πρόγνωση. 

Το διηθητικό πορογενές καρκίνωμα είναι ο συχνότερος ιστολογικός τύπος και ακολουθεί το διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα. 

Ο πιο συχνός βιολογικός υπότυπος είναι ο ορμονοευαίσθητος καρκίνος, που χωρίζεται σε Luminal A και Luminal B ανάλογα με την επιθετικότητα. 

Υπάρχουν επίσης ιδιαίτεροι βιολογικοί υπότυποι, όπως ο HER2-θετικός και ο τριπλά αρνητικός καρκίνος μαστού. Αυτοί θεωρούνται πιο επιθετικοί και αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με χημειοθεραπεία, στοχευμένες θεραπείες και ανοσοθεραπεία, όταν υπάρχει ένδειξη. 

 Πώς γίνεται η διάγνωση του καρκίνου του μαστού  

Όταν μια γυναίκα προσέρχεται στο ιατρείο με ύποπτο εύρημα στον μαστό, ακολουθείται πάντα συγκεκριμένη διαδικασία. Αρχικά γίνεται λήψη αναλυτικού ιστορικού και στη συνέχεια κλινική εξέταση, η οποία περιλαμβάνει επισκόπηση και ψηλάφηση μαστού. 

Ακολουθεί εξέταση με υπέρηχο, ώστε να αξιολογηθεί όλος ο μαστός, καθώς και τυχόν ύποπτα ευρήματα στον μαστό ή ύποπτοι περιοχικοί λεμφαδένες. Όταν διαπιστωθεί ύποπτο εύρημα, ο απεικονιστικός έλεγχος περιλαμβάνει πάντα και μαστογραφία. 

Εφόσον εντοπιστεί ύποπτο εύρημα στον μαστό, η βιοψία πρέπει να διενεργείται πάντα με τοπική αναισθησία και ελάχιστα επεμβατικά. Όταν το ύποπτο εύρημα φαίνεται στον υπέρηχο, πρέπει να γίνεται υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη βιοψία μαστού. 

Αντίθετα, σε αλλοιώσεις που είναι ορατές μόνο στη μαστογραφία, όπως για παράδειγμα μικροεπασβεστώσεις, η βιοψία πρέπει να γίνεται στερεοτακτικά, υπό μαστογραφικό έλεγχο. 

Οι απεικονιστικές εξετάσεις θέτουν την υποψία, αλλά η οριστική διάγνωση τίθεται μόνο με βιοψία και παθολογοανατομική ή ιστολογική εξέταση του δείγματος. 

Όταν υπάρχει ένδειξη, όπως για παράδειγμα λοβιακό καρκίνωμα, ο απεικονιστικός έλεγχος ολοκληρώνεται με μαγνητική τομογραφία μαστού, η οποία προσφέρει εξαιρετικά υψηλή ευαισθησία. Λόγω της υψηλής ευαισθησίας αλλά και του υψηλού κόστους, η μαγνητική πρέπει να γίνεται σε επιλεγμένες περιπτώσεις και όχι ως βασική εξέταση στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου. 

Ο ρόλος της μαστογραφίας, του υπερήχου και της μαγνητικής   

Υπάρχουν τρεις βασικές απεικονιστικές εξετάσεις στον μαστό: η μαστογραφία, ο υπέρηχος μαστού και η μαγνητική τομογραφία μαστών. 

Η βασικότερη εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου, δηλαδή screening, σε γυναίκες άνω των 40 ετών είναι η μαστογραφία. 

Ο υπέρηχος λειτουργεί συμπληρωματικά στη μαστογραφία, αλλά και ως εξέταση πρώτης γραμμής σε γυναίκες κάτω των 35–40 ετών, σε εγκύους και σε γυναίκες με πολύ πυκνούς μαστούς, όπου η μαστογραφία έχει περιορισμένη ευαισθησία. 

Η μαγνητική τομογραφία εκτελείται ως μέθοδος πρόληψης μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως σε γυναίκες υψηλού κινδύνου με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2. Χρησιμοποιείται επίσης σε επιλεγμένες περιπτώσεις, όπως στο λοβιακό καρκίνωμα, όταν δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός μεταξύ υποτροπής και ουλώδους ιστού σε περιοχές όπου έχει προηγηθεί θεραπεία ή όταν υπάρχουν ασαφή ευρήματα στον υπέρηχο και στη μαστογραφία. 

Επιβεβαίωση της διάγνωσης: τι δείχνει η βιοψία  

Όταν ο απεικονιστικός έλεγχος εντοπίσει ύποπτη αλλοίωση στον μαστό, πρέπει πάντα να γίνεται βιοψία. Μόνο με την παθολογοανατομική εξέταση μπορεί να τεθεί η διάγνωση. 

Η βιοψία δείχνει αρχικά αν πρόκειται πράγματι για καρκίνο. Στη συνέχεια, προσδιορίζει τον ιστολογικό τύπο και τα βιολογικά χαρακτηριστικά που θα καθορίσουν τη θεραπεία. 

Σε αυτά περιλαμβάνονται ο βαθμός κακοήθειας, οι ορμονικοί υποδοχείς, ο υποδοχέας HER2/neu και το Ki67, που δείχνει την ταχύτητα πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων. 

Δεν πρέπει ποτέ να αφαιρείται χειρουργικά ένας ύποπτος όγκος χωρίς να έχει προηγηθεί βιοψία. Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται χημειοθεραπεία και στοχευμένη θεραπεία πριν από το χειρουργείο, δηλαδή νεοεπικουρικά. 

Στάδιο, σταδιοποίηση και προγνωστικοί δείκτες  

Η σταδιοποίηση περιγράφει την έκταση του όγκου, τη συμμετοχή λεμφαδένων και την παρουσία ή όχι μεταστάσεων σε απομακρυσμένα όργανα. Βασίζεται στο διεθνές σύστημα ΤΝΜ: 

  • Τ, δηλαδή Tumor: μέγεθος του όγκου  
  • Ν, δηλαδή Nodes: συμμετοχή των λεμφαδένων  
  • Μ, δηλαδή Metastasis: παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων  

Τα πρώιμα στάδια σχετίζονται με πολύ υψηλά ποσοστά ίασης, γεγονός που αποδεικνύει την αξία του τακτικού προληπτικού ελέγχου. 

Η παρουσία μεταστάσεων στους μασχαλιαίους λεμφαδένες δεν σημαίνει ότι ο καρκίνος δεν είναι ιάσιμος, καθώς πρόκειται για περιοχική νόσο. Σαφώς, όμως, η παρουσία διηθημένων λεμφαδένων έχει συνέπειες για το θεραπευτικό πλάνο, καθώς εφαρμόζονται συμπληρωματικές θεραπείες με στόχο να μειωθεί ο κίνδυνος υποτροπής στο μέλλον. 

Το στάδιο από μόνο του δεν αρκεί για να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπεία. Τα ιστολογικά χαρακτηριστικά και οι βιολογικοί δείκτες, όπως οι ορμονικοί υποδοχείς και ο υποδοχέας HER2/neu, είναι καθοριστικοί για το θεραπευτικό πλάνο. 

Ο τριπλά αρνητικός όγκος και ο HER2/neu θετικός όγκος θεωρούνται επιθετικοί και χρειάζονται κατά κανόνα συστηματική θεραπεία πριν από το χειρουργείο, εκτός αν ο όγκος είναι εξαιρετικά μικρός. 

Η αξιολόγηση των ορμονικών υποδοχέων είναι επίσης καθοριστική, καθώς οι ορμονοεξαρτώμενοι όγκοι πρέπει να αντιμετωπιστούν με ενδοκρινική θεραπεία. 

Θεραπεία καρκίνου του μαστού: ποιες επιλογές υπάρχουν  

Η θεραπεία του καρκίνου του μαστού είναι εξατομικευμένη και βασίζεται σε συνδυασμό διαφορετικών θεραπευτικών επιλογών. Το θεραπευτικό πλάνο καθορίζεται από το στάδιο, τον τύπο του όγκου, τους ορμονικούς υποδοχείς, το HER2 και τη γενική κατάσταση της ασθενούς. 

Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν: 

  • Χειρουργική αντιμετώπιση  
  • Ακτινοθεραπεία, η οποία εφαρμόζεται μετά από χειρουργείο για να αποτρέψει τοπική υποτροπή  
  • Χημειοθεραπεία, η οποία γίνεται κυρίως πριν από το χειρουργείο, δηλαδή νεοεπικουρικά, ή σπανιότερα μετά το χειρουργείο  
  • Ορμονοθεραπεία για ορμονοεξαρτώμενους όγκους  
  • Στοχευμένη θεραπεία, όπως αντισώματα για HER2+ όγκους ή αναστολείς CDK4/6 σε ορμονοεξαρτώμενους όγκους  
  • Ανοσοθεραπεία σε τριπλά αρνητικούς όγκους μεγαλύτερους από 2 εκατοστά ή με θετικούς λεμφαδένες  

Ο συνδυασμός των παραπάνω θεραπευτικών επιλογών γίνεται με βάση το κάθε περιστατικό. Οι θεραπείες χωρίζονται σε τοπικές και συστηματικές, ανάλογα με τον στόχο τους. 

Στις τοπικές θεραπείες ανήκει η χειρουργική θεραπεία, που στοχεύει στην αφαίρεση του όγκου, και η ακτινοθεραπεία, που προστατεύει από τοπική υποτροπή. 

Οι συστηματικές θεραπείες περιλαμβάνουν όλες τις υπόλοιπες θεραπευτικές επιλογές. Δρουν σε όλο το σώμα και μειώνουν τον κίνδυνο δημιουργίας απομακρυσμένων μεταστάσεων. 

Πριν από την έναρξη κάθε θεραπείας, πρέπει να αξιολογείται η σχέση οφέλους-κινδύνου, αλλά και η γενική κατάσταση της ασθενούς. Η διατήρηση της ποιότητας ζωής, ειδικά σε προχωρημένα στάδια, είναι πρωταρχικής σημασίας. 

Μαστεκτομή ή ογκεκτομή;  

Η χειρουργική αφαίρεση του καρκίνου του μαστού παραμένει απαραίτητη όταν ο στόχος είναι η πλήρης ίαση της νόσου. Ο βασικός διαχωρισμός γίνεται ανάμεσα στην ογκεκτομή και τη μαστεκτομή. 

Παλαιότερα, στην πλειονότητα των ασθενών γινόταν μαστεκτομή, καθώς υπήρχε η υπόθεση ότι είναι ογκολογικά πιο ασφαλής από την ογκεκτομή. Αυτό έχει διαψευσθεί από σύγχρονες μελέτες. 

Η ογκεκτομή, όταν συνδυάζεται με ακτινοθεραπεία, είναι ογκολογικά τουλάχιστον το ίδιο ασφαλής όσο και η μαστεκτομή και αισθητικά σαφώς καλύτερη. 

Συνεπώς, στα αρχικά στάδια προτιμάται η χειρουργική διατήρησης του μαστού. Η μαστεκτομή προτιμάται όταν η ογκεκτομή δεν είναι ογκολογικά ασφαλής ή είναι αδύνατη λόγω του μεγέθους του όγκου. 

Με τη βοήθεια των ογκοπλαστικών τεχνικών, που συνδυάζουν τις αρχές της ογκολογικής χειρουργικής με αυτές της πλαστικής χειρουργικής, είναι δυνατόν να αφαιρεθούν ακόμη και πολύ μεγάλοι όγκοι με διατήρηση του μαστού και με εξαιρετικά ογκολογικά και αισθητικά αποτελέσματα. 

Ορμονοθεραπεία, χημειοθεραπεία και στοχευμένη θεραπεία  

Η ορμονοθεραπεία αφορά ορμονοευαίσθητους όγκους και δίνεται σε μορφή χαπιού. Σε νεαρές γυναίκες χορηγείται κυρίως ταμοξιφαίνη, ενώ σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση η πρώτη επιλογή είναι οι αναστολείς αρωματάσης. 

Στοχευμένες θεραπείες, όπως αντισώματα, για παράδειγμα Trastuzumab, εφαρμόζονται όταν υπάρχουν συγκεκριμένα μοριακά χαρακτηριστικά στον όγκο, όπως το HER2/neu, και συνδυάζονται με χημειοθεραπεία. 

Άλλες στοχευμένες θεραπείες, όπως οι αναστολείς CDK4/6, δίνονται σε ορμονοεξαρτώμενους όγκους με υψηλό ρίσκο. 

Χημειοθεραπεία δίνεται όταν ο όγκος είναι επιθετικός, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως τριπλά αρνητικός ή HER2/neu θετικός τύπος, ή όταν είναι προχωρημένος με μετάσταση σε πολλούς λεμφαδένες. 

Όταν υπάρχει ένδειξη για χημειοθεραπεία, είναι προτιμότερο να χορηγείται πριν από το χειρουργείο, δηλαδή νεοεπικουρικά. 

Παρακολούθηση, πρόληψη και έγκαιρος έλεγχος   

Η πρόληψη και ο τακτικός έλεγχος είναι τα πιο ισχυρά εργαλεία που διαθέτουμε απέναντι στη νόσο, καθώς μόνο με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η πρώιμη διάγνωση. 

Για γυναίκες χαμηλού κινδύνου συστήνεται ετήσια κλινική εξέταση μαστών από τα 30 έτη, η οποία συνδυάζεται τις περισσότερες φορές με υπερηχογράφημα. 

Η μαστογραφία είναι η σημαντικότερη εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου, δηλαδή screening, και συστήνεται σε όλες τις γυναίκες ετήσια από τα 40 έτη, καθώς μειώνει τη θνησιμότητα από τη νόσο. 

Ιδανικά, η μαστογραφία πρέπει να συνδυάζεται και με κλινική εξέταση από ειδικό, καθώς υπάρχουν αλλοιώσεις που δεν εμφανίζονται στη μαστογραφία και διαγιγνώσκονται κλινικά. Συμπληρωματικά, ειδικά σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς, πρέπει να διενεργείται και υπερηχογράφημα. 

Σε γυναίκες υψηλού κινδύνου, όπως γυναίκες με γενετικές μεταλλάξεις ή επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, ο έλεγχος ξεκινά νωρίτερα. Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται επιπλέον ετήσια μαγνητική τομογραφία από την ηλικία των 25 ετών. 

Μετά από καρκίνο του μαστού, συστήνεται κλινική εξέταση κάθε 3–6 μήνες, ενώ ο απεικονιστικός έλεγχος γίνεται με υπέρηχο κάθε 6–12 μήνες και μαστογραφία κάθε χρόνο. 

Σε αμφίβολες περιπτώσεις, όταν δεν μπορεί να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ υποτροπής και ουλώδους ιστού, μπορεί να γίνει και μαγνητική τομογραφία. 

Τι πρέπει να κάνετε αν βρείτε ύποπτο εύρημα στον μαστό  

Τα περισσότερα νέα ευρήματα που ανακαλύπτουν οι γυναίκες στον μαστό είναι καλοήθη και συνεπώς ακίνδυνα για την υγεία. Παρ’ όλα αυτά, κάθε νέο ή επίμονο εύρημα πρέπει να εκτιμάται από ειδικό μαστολόγο με την κατάλληλη διαγνωστική προσέγγιση. 

Η αξιολόγηση περιλαμβάνει κλινική εξέταση, υπέρηχο μαστού και, όταν υπάρχει ένδειξη, μαστογραφία. 

Ιδανικά, η αξιολόγηση δεν πρέπει να καθυστερεί πολλούς μήνες. Δεν χρειάζεται όμως πανικός, καθώς τις περισσότερες φορές πρόκειται για καλοήθη ευρήματα. 

Αν βρεθεί ύποπτο εύρημα, είναι σημαντικό να διενεργείται στοχευμένη βιοψία, η οποία εξασφαλίζει ακριβή διάγνωση. Σε περίπτωση κακοήθειας, υπάρχει η δυνατότητα λήψης δεύτερης γνώμης από άλλον ειδικό, ιδιαίτερα σε πολύπλοκα περιστατικά. 

Ο καλύτερος τρόπος για να καθησυχαστεί μία γυναίκα που ανακάλυψε νέο εύρημα στον μαστό είναι η εξέταση από ειδικό μαστολόγο, καθώς τις περισσότερες φορές πρόκειται για ακίνδυνα ευρήματα. 

Προγραμματίστε αξιολόγηση με ειδικό μαστολόγο   

Αν έχετε παρατηρήσει κάποιο νέο εύρημα στον μαστό, προγραμματίστε αξιολόγηση με ειδικό μαστολόγο σε μια εξειδικευμένη γυναικολογική κλινική. 

Οι περισσότερες αλλοιώσεις που εντοπίζονται είναι καλοήθεις. Παρ’ όλα αυτά, κάθε εύρημα πρέπει να διερευνάται με σωστό τρόπο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε γυναίκας. 

Αν θέλετε εξατομικευμένη καθοδήγηση για πρόληψη, διάγνωση ή θεραπευτική αντιμετώπιση, προγραμματίστε αξιολόγηση με εξειδικευμένο ιατρό. 

Η σωστή ενημέρωση και η εξατομικευμένη προσέγγιση αποτρέπουν το άσκοπο άγχος και διασφαλίζουν την υγεία κάθε γυναίκας.

Συχνές Ερωτήσεις (FAQs) για τον Καρκίνο του Μαστού

Στα αρχικά στάδια, ο καρκίνος του μαστού συχνά δεν προκαλεί συμπτώματα. Όταν εμφανιστούν, μπορεί να περιλαμβάνουν ψηλαφητό ογκίδιο, αλλαγές στο σχήμα ή το δέρμα του μαστού, έκκριση από τη θηλή ή διόγκωση λεμφαδένων στη μασχάλη.

Όχι. Ο πόνος στο στήθος ή στη μασχάλη συνήθως οφείλεται σε καλοήθεις παράγοντες και σπάνια σε καρκίνο. Παρ’ όλα αυτά, όταν επιμένει ή συνοδεύεται από νέο εύρημα, χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό. 

Για γυναίκες χαμηλού κινδύνου, η μαστογραφία συστήνεται ετήσια από την ηλικία των 40 ετών. Σε γυναίκες υψηλού κινδύνου, ο έλεγχος μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα και να περιλαμβάνει επιπλέον εξετάσεις.

Η θεραπεία επιλέγεται εξατομικευμένα, ανάλογα με το στάδιο, τον τύπο του όγκου, τους ορμονικούς υποδοχείς, το HER2 και τη γενική κατάσταση της ασθενούς. Συνήθως περιλαμβάνει συνδυασμό χειρουργικής, ακτινοθεραπείας και συστηματικών θεραπειών.

Ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για τον Καρκίνο του Μαστού;

Επικοινωνήστε μαζί μας για να προγραμματίσουμε το ραντεβού σας

Μιλήστε μαζί μας